Μύλα η ΚαμήλαΠόλυ το Πολικό ΑρκουδάκιΗ Ντάλια & ο Σπίνος

Μία συναρπαστική περιπέτεια
της ερήμου
(
για παιδιά 7 +)

 

Μία ιστορία που δείχνει τη δύναμη που κρύβεται στην αποδοχή του εαυτού μας, όπως είναι. Τη δύναμη που κρύβει η βοήθεια ενός φίλου, την ώρα που την έχουμε ανάγκη.

Ένα παραμύθι που θα βοηθήσει τους μικρούς μας φίλους
να αποκτήσουν τις πρώτες ίσως εικόνες στο μυαλό τους
για το περιβάλλον και τη ζωή στην έρημο,
τα ζώα που ζουν εκεί, και τη φυσιολογία τους.

Τις ιδιαιτερότητες που έχει κάθε ζώο ξεχωριστά,
και που του επιτρέπουν να μπορεί να ζει
και να επιβιώνει στο φυσικό περιβάλλον του.

 

Μύλα η Καμήλα (υπόθεση)
Mία φορά κι έναν καιρό, κάπου στη μακρινή Αραβία, σε ένα καραβάνι, ζούσε η Μύλα, μία μικρή καμήλα. Από την ώρα που γεννήθηκε θαύμαζε πάρα πολύ τα άλογα του καραβανιού για την ομορφιά τους, την κορμοστασιά τους, τη ρώμη και την ευκινησία τους.
Όσο περνούσαν τα χρόνια και η Μύλα μεγάλωνε, τόσο μεγάλωνε και η απέχθειά της για το είδος της, αλλά και η λατρεία της για τα πανέμορφα άλογα. Μέχρι που άρχισε να πιστεύει πως σίγουρα αυτή δεν μπορεί να είναι καμήλα, τόσο άσχημη, δυσκίνητη και αδύναμη. Πάντα γυρνούσε κοντά στα άλογα και μόνο με αυτά έκανε παρέα.

Τα άλογα, με τον καιρό, την είχαν συμπαθήσει πολύ. Kάποια μέρα, ένα από αυτά, θέλοντας να αστειευτεί της είπε: «Καλή μου Μύλα, μπορεί η εμφάνισή σου να είναι καμήλας, αλλά η ψυχή σου είναι αλόγου». Αυτό ήταν!!! Από τότε, κόλλησαν στο μυαλό της αυτές οι λέξεις, και πίστεψε βαθιά μέσα της πως είναι στην πραγματικότητα ένα δύστυχο άλογο, εγκλωβισμένο μέσα στο σώμα μίας καμήλας. Το πίστεψε τόσο πολύ, που πλέον άρχισε να ζει συνέχεια μαζί με τα άλογα. Άρχισε να φέρεται και να κινείται σαν άλογο. Μέχρι που έμαθε και να χλιμιντρίζει σαν άλογο!
Όταν πια είχε μεγαλώσει αρκετά, οι υπόλοιπες καμήλες την είχαν διώξει εντελώς από κοντά τους, αφού ο μόνος λόγος που τις πλησίαζε ήταν για να τις κοροϊδεύει και να τις κατακρίνει για την ασχήμια και την αδυναμία τους σε σύγκριση με το «είδος» της: τα άλογα! Είχε πια υποστεί ολοκληρωτική πλύση εγκεφάλου. Στο τέλος, άρχισαν και εκείνες να την κοροϊδεύουν. Αυτή όμως, σαν «περήφανο άτι» που ένιωθε, δεν ενοχλούταν καθόλου από τις κοροϊδίες τους, και σκεφτόταν μέσα της πως οι κακόμοιρες, δεν μπορούν να καταλάβουν πως αυτή είναι ένα άτυχο άλογο, φυλακισμένο μέσα στο σώμα μιας καμήλας… δεν μπορούν να δουν οι δόλιες την διαφορά τους με εκείνη…
Έτσι, αποξενώθηκε εντελώς από το κοπάδι των καμηλών, και ζούσε αποκλειστικά και μόνο με τα άλογα. Οι άνθρωποι του καραβανιού, βλέποντας πως ό, τι και να έκαναν, αυτή γύριζε πάντα πίσω στα άλογα, στο τέλος την άφησαν να κάνει ό, τι εκείνη ήθελε. Μέχρι που της φόρεσαν αλογίσια χαλινάρια, και μία ειδική σέλα σαν των αλόγων, αποκλειστικά για τη Μύλα! Όταν το καραβάνι ήταν σε κίνηση, την άφηναν να ταξιδεύει πάντα μαζί με τα άλογα, γελώντας και σατιρίζοντας την. Αυτή όμως ένιωθε τόση ευτυχία, που δεν την ενοχλούσαν καθόλου οι κοροϊδίες τους.
Μετά από λίγα χρόνια, όταν πια όλοι οι άνθρωποι και οι καμήλες του καραβανιού το είχαν παρακάνει, άρχισε σιγά-σιγά να εκνευρίζεται και να θυμώνει. Και μάλιστα πολύ! Πάρα πολύ!! Μία επιθυμία άρχισε να γεννιέται μέσα της… να φύγει μακριά από το καραβάνι! Στη σκέψη όμως ότι δεν θα τα αγαπημένα της άλογα, αναγκαζόταν να καταπίνει το θυμό της, και να προσπαθεί σκληρά να αδιαφορεί για όλους τους άλλους.
Κάποια μέρα όμως δεν άντεχε άλλο αυτήν την κατάσταση, σκέφτηκε να πείσει και τα άλογα να φύγουν όλοι μαζί προς την ελευθερία…

 

Ένα παραμύθι, που θα φανερώσει τη δύναμη της αγάπης και της συμπόνιας! Της επαναστατικότητας, αλλά και της υπευθυνότητας! Της ελαφρότητας, αλλά και της νουθεσίας! Του σφάλματος, αλλά και της επανόρθωσης!Δήμος Βελέντζας

 

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ

 

VIDEOBOOK (δείγμα)

 

AUDIOBOOK (δείγμα)

 

Μύλα εξώφυλλο-δώρο 1000x1000

 

  Μία συναρπαστική περιπέτεια
του Βόρειου Πόλου
(για παιδιά 7+)

 

Μία ιστορία που δείχνει τη δύναμη που κρύβει η βοήθεια ενός φίλου, την ώρα που την έχουμε ανάγκη.

Ένα παραμύθι που θα βοηθήσει τους μικρούς μας φίλους να αποκτήσουν
τις πρώτες ίσως εικόνες στο μυαλό τους για το περιβάλλον
και τη ζωή στον Αρκτικό κύκλο, τα ζώα που ζουν εκεί, και τη φυσιολογία τους.

Τις ιδιαιτερότητες που έχει κάθε ζώο ξεχωριστά, και που του επιτρέπουν
να μπορεί να ζει και να επιβιώνει στο φυσικό περιβάλλον του.


Ένα παραμύθι που θα φανερώσει τη δύναμη της αγάπης και της συμπόνιας! Της επαναστατικότητας, αλλά και της υπευθυνότητας! Της ελαφρότητας, αλλά και της νουθεσίας! Του σφάλματος, αλλά και της επανόρθωσης!

Δήμος Βελέντζας

 

Πόλυ το Πολικό Αρκουδάκι (υπόθεση)
Μια φορά κι έναν καιρό, στον μακρινό και παγωμένο Βόρειο Πόλο, ζούσε μία οικογένεια πολικών αρκούδων. Ο πατέρας, η μητέρα, και τα δύο μικρά αρκουδάκια τους, ο Πόλυ και η Μόλυ.
Τα μικρά αρκουδάκια, ζούσαν ευτυχισμένα και προστατευμένα από τους γονείς τους, και οι μέρες τους περνούσαν με παιχνίδια και γέλια.
Όταν ο πατέρας αρκούδος πήγαινε για ψάρεμα, έπαιρνε πάντα μαζί του και τον Πόλυ, για να μάθει κι αυτός πως να πιάνει ψάρια, που ήταν η μοναδική τροφή που μπορούσαν να βρουν στην παγωμένη ήπειρο. Έτσι, όταν κι αυτός θα μεγάλωνε και θα έκανε τη δική του οικογένεια, θα ήξερε πως να της φέρει τροφή, όπως έφερνε κι εκείνος στη δική του.
Η Μόλυ, έμενε με τη μητέρα αρκούδα στη φωλιά τους, που ήταν μία μεγάλη σπηλιά, κρυμμένη μέσα στους ατέλειωτους πάγους της Αρκτικής. Εκεί, περίμεναν τους άλλους μέχρι να γυρίσουν, και η μητέρα της μάθαινε διάφορα χρήσιμα πράγματα, όπως το πως να βρίσκει το δρόμο της χρησιμοποιώντας τα αστέρια ή το Βόρειο Σέλας, της έλεγε τι θα πρέπει να κάνει όταν μεγαλώσει και γεννήσει κι αυτή τα δικά της αρκουδάκια, πως να καθαρίζει τη σπηλιά τους, και διάφορα άλλα.
Πολλές φορές, πηγαίνανε και αυτές για ψάρεμα, αφού όλες οι αρκούδες, θηλυκές και αρσενικές, μπορούν και πρέπει να ξέρουν πως να βρίσκουν τροφή.

Ο Πόλυ ήταν πολύ έξυπνο αρκουδάκι, και μάθαινε γρήγορα όλα τα »κόλπα» που του δίδασκε ο πατέρας του. Ήταν όμως και πολύ φιγουρατζής, και συνεχώς παινευόταν για τις ικανότητές του στη Μόλυ. Έτσι, όλο την προκαλούσε να παραβγούν στο ψάρεμα, αλλά σπάνια κατάφερνε να τον νικήσει αυτή.
Τα γέλια και η κοροϊδίες του αδερφού της, τα άκουγαν και οι γονείς τους, που είχαν αρχίσει να ανησυχούν για τον χαρακτήρα του μικρού Πόλυ. Ειδικά η μητέρα του.
Έτσι, μια μέρα, πήρε το μικρό αρκουδάκι μαζί της μία βόλτα μέσα στους πάγους, βρίσκοντας την ευκαιρία να του μιλήσει για το θέμα αυτό, κι ότι δεν ήταν σωστή αυτή η συμπεριφορά του.
» Η κάθε αρκούδα, έχει ξεχωριστά χαρίσματα και ταλέντα από τις άλλες», του είπε η μητέρα αρκούδα. »Εσύ είσαι πολύ καλός στο ψάρεμα, και το βλέπουμε όλοι. Όμως, και η Μόλυ είναι καλή σε άλλα που εσύ δεν είσαι, όπως το να ακολουθεί τα αστέρια και να βρίσκει το δρόμο για το σπίτι μας. Γι’ αυτό, δεν είναι σωστό να την κοροϊδεύεις για όσα αυτή δεν είναι τόσο καλή όσο εσύ, και να μάθεις να είσαι ταπεινό και καλό αρκουδάκι».
Αυτά του είπε η μητέρα του, και εκείνος, με σκυμμένο κεφάλι, ζήτησε συγνώμη για αυτή τη συμπεριφορά του, και της είπε πως θα σταματούσε να το κάνει αυτό. Έτσι είπε, όμως μέσα του δεν ένιωθε και πολύ μετανιωμένος, και από τότε, φρόντιζε όταν κορόιδευε τη Μόλυ, να μην τους βλέπουν οι γονείς τους.

Μία συννεφιασμένη μέρα του πολικού χειμώνα, η οικογένεια ήταν μαζεμένη μέσα στη σπηλιά, για να προστατευτούν από την κακοκαιρία που οι γονείς καταλάβαιναν πως πλησίαζε.
Ξαφνικά, το έδαφος άρχισε να τραντάζεται. Ένας δυνατός και οξύς θόρυβος ακουγόταν, όπως ακούγεται ο πάγος όταν σπάζει.
Ο πατέρας άρχισε να ανησυχεί, αλλά, επειδή δεν ήθελε να τρομάξει τα μικρά του, είπε:
» Μη φοβάστε παιδιά. Μάλλον είναι βροντές αυτός ο θόρυβος που ακούγεται, γιατί θα έρχεται καταιγίδα». Όμως μέσα του, ήξερε πως δεν ήταν κάτι τέτοιο. Υποψιαζόταν κάτι, που θυμόταν ότι είχε συμβεί όταν ήταν αυτός μικρό αρκουδάκι, τότε που έχασε τον δικό του πατέρα.
» Καθίστε για λίγο μέσα στη σπηλιά, κι εγώ με τη μητέρα σας θα βγούμε έξω να δούμε τι συμβαίνει», είπε ο αρκούδος στα μικρά αρκουδάκια. »Προσέξτε όμως, να μη βγείτε κι εσείς για κανένα λόγο έξω μόνα σας. Να μείνετε μέσα και να μας περιμένετε, όσο κι αν αργήσουμε».
»Ναι μπαμπά», απάντησαν τα δύο μικρά.
Η μητέρα, που δεν ήξερε τι σκεφτόταν ο αρκούδος, ανήσυχη, προσπάθησε κάτι να του πει, όμως αυτός, την κοίταξε στα μάτια, της έκανε ένα νόημα για να τον ακολουθήσει, και κατευθύνθηκε προς την είσοδο της σπηλιάς. Αυτή, τον ακολούθησε, και με αγωνία τον ρώτησε: »Μα πως θα τα αφήσουμε μόνα τους»;
»Πρέπει να πάμε μαζί, γιατί, αν είναι αυτό που φαντάζομαι, πρέπει να είμαστε και οι δύο μαζί καλή μου», της είπε ο αρκούδος.
Η μητέρα, μη μπορώντας να καταλάβει τι ακριβώς εννοούσε, αλλά δείχνοντας του εμπιστοσύνη, τον ακολούθησε κατατρομαγμένη!
»Μην το κουνήσετε ρούπι από μέσα, εντάξει»; είπε η μητέρα στα δυο αρκουδάκια.
»Εντάξει μαμά», απάντησαν και τα δυο τους, με βλέμμα γεμάτο απορία.

Το ζευγάρι άρχισε να απομακρύνεται, ακολουθώντας το θόρυβο, που όλο και δυνάμωνε.
Μετά από μερικά μέτρα, ο αρκούδος σταμάτησε απότομα!
»Τι συμβαίνει»; τον ρώτησε η μητέρα. »Τι έπαθες»;
»Συμβαίνει αυτό που φοβόμουν», της απάντησε αυτός... 

Ένα παραμύθι  αγάπης,
πέρα από τα…όρια!

(για παιδιά 7+)

 

«Με αγαπάς;» αναφώνησε σχεδόν τρομαγμένη η Ντάλια. «Κανείς δε με αγάπησε ποτέ…νομίζω…Τι είναι η αγάπη;»

«Αγάπη καλή μου, είναι να θες να βρίσκεσαι συνεχώς με τον αγαπημένο σου, κοντά του, δίπλα του, και να επιθυμείς να τον κάνεις ευτυχισμένο. Να απολαμβάνεις κάθε στιγμή που θα περνάς μαζί του, κι όταν θα λείπει, εσύ να καρτεράς για τον γυρισμό του με ανυπομονησία. Κι όταν τον ξανά αντικρίζεις, η καρδιά σου να πάει να σπάσει από την χαρά και την ευτυχία. Αυτό είναι αγάπη, αγάπη μου όμορφη!»

«Αφιερωμένο στη γυναίκα της ζωής μου…»

Δήμος

 

“Η αγάπη εμπνέει την αφοσίωση και όσο τρομερός κι αν είναι ο θάνατος, μας εμπνέει το θάρρος να τον αψηφούμε και να πεθαίνουμε για ‘κεινο που αγαπούμε…” Ανρί Λακορντέρ

 

Η Ντάλια & ο Σπίνος (Υπόθεση)

Κεφάλαιο 1  «Στον κήπο…»

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα δάσος ψηλά στο βουνό, υπήρχε ένα μικρό εγκαταλελειμένο αγροτόσπιτο. Ήταν έρημο και χορταριασμένο, γιατί, οι άνθρωποι που ζούσαν κάποτε εκεί είχαν από καιρό φύγει.

Τίποτα πλέον δεν είχε μείνει να κατοικεί στο όμορφο σπιτάκι. Τίποτα, εκτός από μερικά λουλούδια, που άνθιζαν κάθε χρόνο μέσα στο μικρό κηπάκι που βρισκόταν στην αυλή του.

Ανάμεσα στα όμορφα λουλούδια, ένα ήταν που ξεχώριζε, η όμορφη Ντάλια! Τα περισσότερα λουλούδια του κήπου την ζήλευαν πολύ, για την ομορφιά της. Δεν της μιλούσαν ποτέ, παρά μόνο την κουτσομπόλευαν μεταξύ τους, προσπαθώντας μάταια να εντοπίσουν ένα ψεγάδι στο αξιολάτρευτο λουλούδι.

Η συμπεριφορά αυτή των άλλων λουλουδιών στενοχωρούσε πολύ τη δύστυχη Ντάλια. Ευχόταν, να υπήρχε τρόπος να σηκωνόταν από το χώμα, να έβγαζε φτερά και να πετούσε σε μέρη μακρινά κι ονειρεμένα, όπου δεν θα ζούσε πια με τα ενοχλητικά λουλούδια του κήπου.

 «Πόσο θα ήθελα να ήμουνα πουλί, να ζούσα ελεύθερο και να πετούσα από δέντρο σε δέντρο, από βουνό σε βουνό…Αλλά είμαι ένα λουλούδι, καταδικασμένο να ζω ριζωμένο μέσα σε αυτόν τον παλιόκηπο και να ανέχομαι όλα αυτά τα ενοχλητικά λουλούδια…»

Αυτά σκεφτόταν η καλή Ντάλια. Και τα σκεφτόταν τόσο πολύ, που κάποιες φορές έλεγε τις σκέψεις της φωναχτά. Τόσο φωναχτά, που ακόμα και τα γειτονικά λουλούδια ακούγανε αυτά που έλεγε παραμιλώντας.

«Χα, χα, χα, ήθελε να ήταν πουλί…χα, χα, χα!» γελούσαν κοροϊδευτικά. Και οι μέρες περνούσαν, βαριές, λυπημένες, για την όμορφη Ντάλια…

Κεφάλαιο 2  «Ο ιπτάμενος φίλος…»

Μία μέρα, μία από εκείνες που η Ντάλια σκεφτόταν φωναχτά, προσγειώθηκε δίπλα της ένα μικρό πουλί. Η Ντάλια, ταράχτηκε στην αρχή! Δεν είχε ξαναδεί ποτέ της από τόσο κοντά τίποτε άλλο εκτός από τα λουλούδια του κήπου.

«Τι είσαι εσύ;» αναφώνησε.

«Σπίνος…», της απάντησε με απορία στο βλέμμα του το μικρό πουλί.

«Με τρόμαξες, λίγο», είπε η Ντάλια.

«Ω, με συγχωρείς πολύ καλή μου, δεν ήθελα με κανένα τρόπο να ταράξω μία τέτοια ομορφιά σαν τη δική σου αρχόντισσά μου», της είπε γλυκά ο Σπινάκος.

«Είσαι πολύ ευγενικός! Δεν έχω ξανακούσει ποτέ μου τόσο όμορφα λόγια!» απάντησε η όμορφη Ντάλια, χαμογελώντας πλατιά στον μικρό Σπίνο.

 «Μα τι λες τώρα νεραϊδάκι μου, έχεις μπροστά σου τον μεγαλύτερο θαυμαστή σου. Μήνες σε παρακολουθώ από μακριά, όποτε με φέρνει ο δρόμος μου προς τα εδώ. Και με φέρνει συχνά ξέρεις…», είπε χαμογελώντας ο έξυπνος Σπίνος.

«Αλήθεια το λες, είσαι θαυμαστής μου; Μα…εγώ…δεν θα μπορούσα ούτε καν να το φανταστώ πως θα μπορούσε να με θαύμαζε κάποιος! Σε ευχαριστώ πολύ καλέ μου Σπίνε», είπε το όμορφο λουλούδι, γέρνοντας τη ματιά της με ντροπή.

«Ξέρεις, τελευταία, σε ακούω να μιλάς μόνη σου, στον αέρα. Είναι πολύ συγκινητικό το παράπονό σου και έχει αγγίξει την καρδιά μου. Πολύ θα ήθελα να σε βοηθήσω ομορφιά μου», είπε ο Σπινάκος.

«Και για ποιο λόγο θα έκανες κάτι τέτοιο για μένα, να με βοηθούσες δηλαδή; Τόσο πολύ με θαυμάζεις;» ρώτησε πονηρά η Ντάλια.

«Ε, να…δεν σε θαυμάζω απλώς κοριτσάκι μου, σε αγαπώ, απ’ όταν σε πρωτοείδα χαρά μου. Και δεν θέλω να είσαι δυστυχισμένη. Δεν έχω δει τίποτα ομορφότερο από σένα, κι έχω δει πολλά…είμαι πουλί», απάντησε τρυφερά ο καλός Σπίνος.

«Με αγαπάς;» αναφώνησε σχεδόν τρομαγμένη η Ντάλια. «Κανείς δε με αγάπησε ποτέ…νομίζω…Τι είναι η αγάπη;»

«Αγάπη καλή μου, είναι να θες να βρίσκεσαι συνεχώς με τον αγαπημένο σου, κοντά του, δίπλα του, και να επιθυμείς να τον κάνεις ευτυχισμένο. Να απολαμβάνεις κάθε στιγμή που θα περνάς μαζί του, κι όταν θα λείπει, εσύ να καρτεράς για τον γυρισμό του με ανυπομονησία. Κι όταν τον ξανά αντικρύζεις, η καρδιά σου να πάει να σπάσει από την χαρά και την ευτυχία. Αυτό είναι αγάπη, αγάπη μου όμορφη!» είπε συγκινημένος ο μικρός Σπίνος.